4/10/12

POLITICALLY INCORRECT...


 Οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους διαφορετικοί μεταξύ τους. Και επειδή είναι διαφορετικοί είναι και άνισοι. Η απλή αυτή αλήθεια συσκοτίζεται από το διεθνές σύστημα εξουσίας και διαστρέφεται από τους ευσεβείς πόθους και τις ανίερες επιδιώξεις των απάτριδων οικονομιστών.

Ο δυτικός κόσμος υιοθέτησε το ισοπεδωτικό δόγμα της αναγκαστικής ισότητας μετά την επανάσταση του 1789. Από τότε η μαζική ψηφοφορία και η προτεραιότητα της οικονομίας επί της πολιτικής καθορίζουν την κοινωνική δομή των φιλελεύθερων δημοκρατιών.

Η  πλασματική έννοια της ισότητας έχει όμως θεολογική βάση. Προέρχεται από την πρωτοχριστιανική διακήρυξη πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ως προς την ουσία της αληθινής τους φύσης απέναντι στον Θεό. Η κατασκευασμένη αυτή μεταφυσική δοξασία χαίρει σήμερα της απόλυτης ισχύος ενός καθολικού πολιτικού αξιώματος για το οποίο απαγορεύεται η συζήτηση, η αμφισβήτηση, η κριτική.

Βεβαίως, εμείς είμαστε άπιστοι και ορθολογιστές:
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των ανθρώπων.
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των φύλων και των φυλών.
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των εθνών, των γλωσσών, των θρησκειών, των πολιτισμών.
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των δαιμόνων, των αγίων, των ηρώων, των θεών.
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των δικαιωμάτων, των ευθυνών, των ικανοτήτων, των επιθυμιών.
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των ωραίων, των έξυπνων, των δυνατών, των γενναίων, των μορφωμένων, των ευγενικών.
Δεν πιστεύουμε ούτε καν στην ισότητα των ψυχών.
Επειδή αποδοκιμάζουμε τις παραπάνω «πολιτικά ορθές» ισότητες που παραβλέπουν την προφανή, βιολογική και πολιτιστική διαφοροποίηση...
Γι αυτό αρνούμαστε την μόνη επίσημα αποδεκτή από τον σύγχρονο κόσμο ανισότητα: την τεχνητή οικονομική διάκριση των πλούσιων και των φτωχών...





1/10/12

Άδραξε το ξίφος...






Αν δεν ορθώσεις αποφασιστικά το ανάστημα σου, δε θα καταφέρεις τίποτα αξιόλογο.Είναι μεγάλη ντροπή να σου πάρει κάποιος το κεφάλι και να τελειώσει η ζωή σου με τον υπόκωφο γδούπο του. Ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου είναι φευγαλέα σαν όνειρο, γι' αυτό και πρέπει να δεις ξεκάθαρα τα πράγματα πριν πεθάνεις. Εντούτοις, σπάνια συναντάς ανθρώπους που σκεύτονται έτσι. Δεν έχει σημασία αν είσαι κοσμικός ή ιερωμένος : Αν δεις κάποιον να καθιστά εαυτόν χρήσιμο στον τόπο του, ως σύμβουλος 'η πρεσβύτερος, ή αν δεις μοναχό που έχει καταφέρει να αποκτήσει πιστούς οπαδούς, σκέψου : "Αυτό το άτομο είναι άνθρωπος όπως και εγώ - ούτε πνεύμα ούτε θεός. Άρα, δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να είμαι κατώτερος του. Αν συναντήσω κάποιον που δεν μπορώ να ξεπεράσω, θα τερματίσω τη ζωή μου σκίζοντας την κοιλιά μου". Αν πάρεις αυτή την απόφαση και ορθώσεις το ανάστημα σου χωρίς να διστάσεις ούτε στιγμή, αμέσως θα βρεθείς υψηλότερα από αυτό το άτομο. Η ιδέα ότι γίνεσαι αξιόλογος μόνο αφού συσσωρεύσεις μπόλικα προσόντα σε κάνει απλώς να χασομεράς εδώ και εκεί. Αν εμφορείσαι από μία υψηλή σκέψη , τότε μπορείς να ορθώσεις το ανάστημα σου εδώ και τώρα. Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις όπου, παρόλο που έχεις πάρει την απόφαση σου και ορθώνεις το ανάστημά σου, δεν καταφέρνεις να ξεπεράσεις τα εμπόδια, παρότι έχεις την θέληση. Κάτι σε τραβάει προς τα πίσω και δεν μπορείς να πετύχεις το στόχο σου. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αντλείς τη δύναμη που χρειάζεται από σοφά λόγια όπως ετούτο :" Άδραξε το ξίφος που είναι αρκετά κοφτερό για να κόψει μια τρίχα στον αέρα και σάρωσε οτιδήποτε στέκει εμπόδιο στον δρόμο σου!"


"Χαγκακούρε - κρυμμένος ανάμεσα στα φύλλα"
Γιαμαμότο Τσουνετόμο 




26/9/12

Ο νόμος της Πάλης





Οτιδήποτε εντός του κόσμου, υπόκειται στους θεμελιώδεις νόμους του: Της Γέννησης, της Εξέλιξης και της Φθοράς. Ο άνθρωπος ως αναπόσπαστο μέρος του δεν ήταν δυνατό να εξαιρείται από αυτή την κοσμική τάξη. Ωστόσο, κανένας από τους προαναφερόμενους νόμους δεν θα μπορούσε να ισχύσει αν δεν τους συνέδεε ένας ακόμη θεμελιώδης και καθοριστικός νόμος, ο οποίος επηρεάζει τα πάντα: Ο νόμος της Πάλης. 

Από τους αρχαίους χρόνους, ο άνθρωπος προσπαθούσε να αναζητήσει την αλήθεια των πραγμάτων γύρω από την ζωή και τον κόσμο. Θρησκευτικά δόγματα, κοσμοθεωρίες, φιλοσοφίες, όλα δημιουργήθηκαν από αυτό το απωθημένο. Ένα μεθοδολογικό λάθος στο οποίο υπέπεσαν πολλοί, ήταν ότι προσπάθησαν να εξηγήσουν τον κόσμο μέσα από το ανθρώπινο πρίσμα, αγνοώντας ότι οι νόμοι που διέπουν τον κόσμο προϋπάρχουν του ανθρώπινου είδους και δεν εξαρτώνται από αυτό. Γι’ αυτό έως και σήμερα υπάρχει ένας νόμος, ο οποίος όταν εφαρμόζεται στο ανθρώπινο είδος, το αποδίδουμε σε δικά μας σφάλματα. Ο νόμος της Πάλης αν και είναι θεμελιώδης, ο οποίος υπάρχει σε κάθε έκφανση της ζωής, οι άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι αποτελεί ανθρώπινο ελάττωμα το οποίο μπορεί να μειωθεί ή και να εξαλειφθεί μέσω της σωστής διαπαιδαγώγησης. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι ένας ακατάβλητος νόμος με καθολική ισχύ πάνω στα έμβια όντα, τα στοιχεία της φύσης έως και τα πλανητικά συστήματα. Είναι ο κινητήριος μοχλός της ίδιας της Δημιουργίας. Πρόκειται για μία πραγματικότητα, την οποία όσο καθυστερούμε να την αποδεχτούμε τόσο περισσότερο θα στρεφόμαστε σε πρότυπα ζωής που οδηγούν σε αδιέξοδα, ακριβώς γιατί αντίκεινται σε φυσικούς νόμους. Ο άνθρωπος πριν επιχειρήσει να αλλάξει τον κόσμο (όπως υποστήριζε διθυραμβικώς και βλακωδώς ο Μαρξ), πρέπει πρώτα να τον κατανοήσει (όπως επιχείρησαν οι φιλόσοφοι). Ίσως στο μέλλον, διλήμματα όπως το σημερινό περί της αέναης πάλης ή της παγκόσμιας ειρήνης να ακούγονται τόσο γελοία όπως ακούγεται σ’ εμάς τους σημερινούς το δίλημμα της επίπεδης ή σφαιρικής γης. Η κατανόηση της λειτουργίας της φύσης στην οποία ανήκουμε και η αποδοχή γεγονότων, όσο σκληρά κι αν είναι για τις σύγχρονες πάγιες αντιλήψεις μας σχετικά με τη ζωή, θα μας έδινε το έναυσμα να αναπτυχθούμε προς το καλύτερο.

Ο νόμος της Πάλης υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει ακόμη και μετά την εξαφάνισή μας. Είναι αυτός που κινεί τα πάντα στον κόσμο, αυτός που συνδέει αρμονικά τους προαναφερθέντες θεμελιώδεις νόμους της Γέννησης, της Εξέλιξης και της Φθοράς. Είτε πρόκειται περί σύγκρουσης όπου επικρατεί ο ισχυρότερος, είτε πρόκειται περί σύγκρουσης στοιχείων όπου δημιουργείται κάτι νέο. Το αδύναμο δεν έχει θέση στη φύση, γιατί αν επικρατούσαν τα αδύναμα δεν θα υπήρχε η Ζωή. Χωρίς αυτόν, με λίγα λόγια δεν θα υπήρχαν οι νόμοι της Γέννησης, της Εξέλιξης και της Φθοράς, αλλά μόνον ο νόμος της Στασιμότητας. Τα πάντα στη φύση, στο ζωικό βασίλειο, είναι μία αιώνια σύγκρουση, μία ακατάπαυστη πάλη για επικράτηση. Ο πολιτισμός μας είναι αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης. Γιατί; Κάποιοι αναφέρονται σε συμφέροντα, στην εξουσία κ.ά. όμως δεν είναι αυτά τα πραγματικά κίνητρα. Το βαθύτερο κίνητρο είναι ο νόμος που μας καθορίζει όλους. Διότι μέσω της σύγκρουσης επιτυγχάνεται η αλλαγή. Μπορεί να ακούγεται σκληρό, αλλά πόσες φορές αντικρίσαμε την εκδήλωση της σκληρότητας στη φύση; Κι αν θεωρούμε ότι εμείς απέχουμε πλέον από τέτοιες βίαιες εκδηλώσεις, τότε θα σας θυμίσω τους πολέμους που διεξάγουμε, τις κοινωνικές συγκρούσεις, τον ανταγωνισμό ή τον υγιή συναγωνισμό μεταξύ των ανθρώπων, τις οπαδικές και μη οδομαχίες για να διαπιστώσετε ότι αυτός ο νόμος δεν επηρεάζεται από την εξέλιξή μας, η οποία είναι αποτέλεσμα συγκρούσεων. Ακόμη και μετά την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους αυτός ο νόμος θα εξακολουθεί να ισχύει στον υπόλοιπο κόσμο.

Η αρνητική αντίληψη της Πάλης πηγάζει από την φρικαλεότητα των πολέμων και τα παγκοσμίως υποβαλλόμενα πρότυπα περί ειρήνης. Το φαινόμενο περιορίζεται και ερμηνεύεται στα καθ’ ημάς και κυρίως στην ένοπλη σύγκρουση. Με βάση αυτό το σκεπτικό, η επίτευξη της ειρήνης θαρρούν πολλοί ότι θα πραγματοποιηθεί με την οριστική παύση των ένοπλων συγκρούσεων. Ωστόσο, η σύγκρουση στις ανθρώπινες κοινωνίες εκδηλώνεται με παντοίους τρόπους και ακόμη κι αν επιβαλλόταν παγκόσμια ειρήνη, ακόμη κι αν καταργούνταν οι στρατοί και καταστρέφονταν τα οπλοστάσια όλων των χωρών, πάλι δεν θα σταματούσαν οι συγκρούσεις. Οι κοινωνικές αναταραχές θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν, ο ανταγωνισμός επίσης, ενώ δεν θα περνούσε πολύς καιρός πριν δημιουργηθούν ξανά τα πρώτα χειροποίητα όπλα για την επικράτηση των αντίπαλων πλευρών. Αιώνια και παγκόσμια ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί στη φύση δεν υπάρχει κι εμείς ως μέρος της φύσης υπακούμε στους ίδιους νόμους.

Ο σημερινός ειρηνικός άνθρωπος χωρίς να το συνειδητοποιεί, ουσιαστικά είναι εχθρός της φύσης, της αλλαγής και της εξέλιξης. Γι’ αυτό στη σύγχρονη εποχή ο επικρατών τύπος ανθρώπου, είναι ο καταναλωτικός και όχι ο δημιουργικός. Το τέλος της Ιστορίας που ευαγγελίζονταν οι εκφραστές των σύγχρονων ιδεολογιών, ακριβώς σ’ αυτό τον τύπο ανθρώπου απέβλεπαν. 

Δεν προσπαθώ να προωθήσω τη βία ή να δικαιολογήσω διάφορες βίαιες πράξεις. Κατά τη γνώμη μου, πολεμοχαρείς αντιλήψεις αποτελούν βαρβαρικό χαρακτηριστικό, διότι δεν αρμόζουν σε λαό που πέρασε στο στάδιο της ωριμότητάς του. Παρ’ όλα αυτά ο άνθρωπος οφείλει να αποδεχτεί την αναπόφευκτη μοίρα του. Συνειδητοποιημένος δεν είναι αυτός που επιζητεί ή αποφεύγει την σύγκρουση, αλλά αυτός που είναι προετοιμασμένος να την αντιμετωπίσει. Ο ετοιμοπόλεμος άνθρωπος διαφέρει εξίσου από τον πολεμοχαρή και τον ειρηνικό. Ο μεν (πολεμοχαρής) συγκρούεται με απώτερο σκοπό την στυγνή λεηλασία (βαρβαρισμός) και ο δε (ειρηνικός) αρνείται την μαχητική φύση του, εγκαταλείπει (δειλία, ξεπεσμός, φθορά). Απεναντίας, ο συνειδητοποιημένος άνθρωπος δεν επιδιώκει την σύγκρουση, αλλά είναι προετοιμασμένος να την αντιμετωπίσει θαρραλέα. 

- Ακόμη και εν καιρώ ειρήνης, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για πόλεμο – Αριστοτέλης

- Πόλεμος Πατήρ Πάντων – Ηράκλειτος









12/6/12

Ο Λύκος της Στέπας



Αποσπάσματα από τον "Λύκο της Στέπας" του Hermann Hesse

Για να ζήσεις με ένταση, πρέπει να θυσιάσεις το Εγώ σου. Ο αστός όμως δεν εκτιμά τίποτα περισσότερο από το Εγώ του (ένα Εγώ στοιχειωδώς ανεπτυγμένο). Με την θυσία της έντασης λοιπόν πετυχαίνει την συντήρηση και την σιγουριά κι αντί της θεϊκής κυριαρχίας κερδίζει την ήσυχη συνείδηση αντί της ηδονής, την βολή του αντί της ελευθερίας, την άνεση αντί της θανάσιμης πυράς την ευχάριστη θερμοκρασία. Γι’ αυτό ο αστός, εξαιτίας της φύσης του, είναι ένα πλάσμα φοβισμένο κι έντρομο για κάθε αποκάλυψη του εαυτού του. Γι’ αυτό και τοποθέτησε την πλειοψηφία στην θέση της δύναμης, το νόμο στην θέση της βίας και την διαδικασία της ψηφοφορίας στην θέση της ευθύνης. […] 

Όταν κάποιες ιδιοφυείς κι ευαίσθητες ψυχές υποψιαστούν την πολυπλοκότητά τους, όταν ξεφύγουν από την φαντασίωση της ενιαίας προσωπικότητας κι αισθανθούν πολυμερείς, σαν μια δέσμη από πολλά Εγώ, τότε αρκεί και μόνο να το ανακοινώσουν κι αμέσως η πλειοψηφία τους φυλακίζει, καλεί σε βοήθεια την επιστήμη, τους ονομάζει σχιζοφρενείς και προφυλάσσει την ανθρωπότητα για να μην ακούσει από τα στόματα αυτών των δυστυχισμένων την φωνή της αλήθειας. Γιατί λοιπόν να χάνουμε τα λόγια μας, γιατί να εκφράζουμε πράγματα που είναι αυτονόητα για κάθε σκεφτόμενο άνθρωπο, πράγματα που δεν λέγονται συνήθως; Αν κάποιος αποφασίσει να διαμελίσει την φανταστική ενότητα του Εγώ του σε δυο μέρη, είναι σχεδόν μεγαλοφυής, κι αποτελεί μια σπάνια και πολύ ενδιαφέρουσα εξαίρεση, αφού στην πραγματικότητα κανένα Εγώ, ούτε το πιο πρωτόγονο, δεν αποτελεί μια ενότητα, αλλά συγκροτεί έναν τρομακτικά πολύπλοκο κόσμο, έναν έναστρο ουρανό, κι ένα χάος από σχήματα, διαβαθμίσεις, καταστάσεις, κληρονομικούς παράγοντες και δυνατότητες. Φαίνεται όμως πως ο άνθρωπος έχει ανάγκη να προσπαθεί να βλέπει αυτό το χάος σαν μια ενότητα και να μιλά για το Εγώ του σαν να πρόκειται για ένα απλό, παγιωμένο και σταθερό φαινόμενο. Φαίνεται πως αυτή η πλάνη είναι σε κάθε άνθρωπο (ακόμα και στον πιο έξυπνο) αναγκαία σαν τις βασικές απαιτήσεις της ζωής, την αναπνοή και το φαγητό.

Η πλάνη αυτή στηρίζεται σε μια απλή μεταφορά. Το ανθρώπινο σώμα αποτελεί μια ολότητα, η ψυχή όμως όχι. Ακόμα και στην λογοτεχνία, και στην πιο εκλεπτυσμένη, τα πρόσωπα παρουσιάζονται πάντα με μια φαινομενική ενότητα και ολότητα. Αυτό που εκτιμούν ιδιαίτερα οι γνώστες, οι ειδικοί, στην μέχρι τώρα λογοτεχνία είναι το δράμα, γιατί προσφέρει (ή μπορεί να προσφέρει) την δυνατότητα παρουσίασης του Εγώ σαν μια πολλαπλότητα (αν βέβαια δεν παραπλανηθούν από την εξωτερική πραγματικότητα που προβάλλει απατηλά το κάθε πρόσωπο του δράματος σαν μια ολότητα, μιας και αυτό έχει αναντίρρητα ένα σώμα, μοναδικό κι ενιαίο). Η αφελής αισθητική εκτίμα πιο πολύ απ’ όλα το λεγόμενο δράμα χαρακτήρων όπου η κάθε φιγούρα εμφανίζεται ευδιάκριτα και ξεχωριστά σαν μια ενότητα. Μόνο που σε μερικούς παρουσιάζεται, θολή στην αρχή και σιγά σιγά όλο και πιο καθαρή, η υποψία πως πιθανόν όλα αυτά να είναι μια φτηνή, επιφανειακή αισθητική, πως κάνουμε λάθος, όταν εφαρμόζουμε στους μεγάλους, δραματικούς συγγραφείς μας τα υπέροχα, όμως όχι αυτόχθονα, μα επιβεβλημένα κριτήρια της αρχαιότητας, η οποία ξεκινώντας πάντοτε από το ορατό σώμα, εφηύρε τελικά την φαντασίωση του Εγώ, του ενιαίου προσώπου
Στην λογοτεχνία της αρχαίας Ινδίας η έννοια αυτή είναι εντελώς άγνωστη• ο ήρωας στα Ινδικά έπη δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά ένα κουβάρι από πρόσωπα, μια σειρά από ενσαρκώσεις. Και στο δικό μας σύγχρονο κόσμο υπάρχουν λογοτεχνικά έργα, που πίσω από το πέπλο του παιχνιδιού των προσώπων και των χαρακτήρων, χωρίς να το συνειδητοποιεί εντελώς, γίνεται μια προσπάθεια να παρουσιαστεί η πολυπλοκότητα της ψυχής. Όποιος θέλει να το γνωρίσει αυτό, θα πρέπει ν’ αποφασίσει να δει τις φιγούρες ενός τέτοιου λογοτεχνικού έργου όχι σαν μεμονωμένες υπάρξεις, αλλά ως μέρη, ως διαφορετικές όψεις μιας μεγάλης ενότητος (της ψυχής ίσως του συγγραφέα). Όποιος, για παράδειγμα, παρατηρήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τον «Φάουστ», θα δημιουργήσει απ’ τον Φάουστ, τον Μεφιστοφελή, τον Βάγκνερ κι όλους τους άλλους μια ενότητα, ένα υπερπρόσωπο, που μόνο σ’ αυτήν, κι όχι στους επί μέρους χαρακτήρες, υποδεικνύεται κάτι από την πραγματική ύπαρξη της ψυχής. Όταν ο Φάουστ, που βρίσκεται μεταξύ δασκάλων του σχολείου, λέει εκείνα τα περίφημα λόγια, που με τόσο δέος τα θαυμάζουν οι Φιλισταίοι, «Αχ! Δύο ψυχές κατοικούν στο στήθος μου!» τότε ξεχνά τον Μεφιστοφελή κι ένα πλήθος άλλων ψυχών που επίσης κατοικούν στο στήθος του. Κι ο δικός μας Λύκος της Στέπας πιστεύει βέβαια πως κρύβει στο στήθος του δύο ψυχές (του ανθρώπου και του λύκου) και βρίσκει πως το στήθος του είναι φρικτά στενό και για τις δυο τους. Το στήθος, το σώμα, πραγματικά είναι πάντα ένα, μα οι ψυχές που το κατοικούν δεν είναι μόνο δυο ή πέντε, αλλά αμέτρητες. Ο άνθρωπος είναι ένα κρεμμύδι που αποτελείται από εκατοντάδες φλοιούς, ένα υφαντό φτιαγμένο από χιλιάδες νήματα. Αυτό το είχαν ανακαλύψει και το γνώριζαν πολύ καλά οι παλιοί ασιάτες κι υπάρχει στην βουδιστική γιόγκα μια ακριβής τεχνική που αφαιρεί το προσωπείο της φαντασιώσεως της προσωπικότητος. Το παιχνίδι της ανθρωπότητος είναι διασκεδαστικό και πολύπλοκο κι αυτή η φαντασίωση, που η Ινδία προσπάθησε τόσο πολύ, επί χιλιάδες χρόνια, να την ξεμασκαρέψει, είναι η ίδια φαντασίωση, που η Δύση πασχίζει εξίσου πολύ να την στηρίξει και να την ενισχύσει. […]


Ο άνθρωπος βέβαια δεν είναι μια ύπαρξη σταθερή κι αμετάβλητη (αυτό ήταν το ιδανικό της αρχαιότητας, παρά τις αντίθετες υποψίες των σοφών) είναι πολύ περισσότερο μια προσπάθεια, μια μετάβαση, μια στενή κι επικίνδυνη γέφυρα που συνδέει το πνεύμα με την φύση. Ο πιο βαθύς προορισμός του τον οδηγεί στο πνεύμα, στον Θεό, ο πιο μύχιος πόθος του τον οδηγεί πίσω στη μητέρα φύση και μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων ταλαντεύεται και πάλλεται γεμάτη άγχος η ζωή του. Αυτό που καταλαβαίνουν πάντα οι άνθρωποι απ’ την έννοια της ανθρώπινης υπάρξεως, είναι μόνο μια εφήμερη, αστική συμβατικότητα, που απορρίπτει κι απαγορεύει τα ένστικτα κι απαιτεί συναισθηματισμό, χρηστότητα, εξανθρωπισμό και πνευματικότητα. Ο «άνθρωπος» αυτής της σύμβασης, όπως και κάθε αστικό ιδεώδες, είναι ένας συμβιβασμός, μια δειλή, κουτοπόνηρη προσπάθεια να εξαπατηθούν οι ισχυρές δυνάμεις της κακής, αρχέγονης μητέρας φύσης και του ενοχλητικού αρχέγονου πατέρα πνεύματος και να εγκαθιδρυθεί ανάμεσά τους μια χλιαρή μετριότητα. Γι’ αυτό, ενώ ο αστός επιτρέπει κι ανέχεται αυτό που ονομάζει «προσωπικότητα», παρ’ όλα αυτά όμως την παραδίνει στον Μολώχ. στο «κράτος», και στρέφει συνεχώς τον ένα κατά του άλλου. Γι’ αυτό σήμερα ο αστός καίει σαν αιρετικό και κρεμά σαν εγκληματία αυτόν στον οποίο αύριο θα στήσει μνημείο.

Ο Λύκος της Στέπας υποψιάζεται πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι κάτι το παγιωμένο, αλλά μια απαίτηση του πνεύματος, ένα μακρινό, ποθητό μα και φοβερό ενδεχόμενο και πως ο δρόμος για τον «άνθρωπο» έχει διανυθεί (ένα κομμάτι του μόνο), ακριβώς από εκείνους τους ελάχιστους, που σήμερα τους στήνουν ικριώματα κι αύριο μνημεία για να τους τιμήσουν. Αυτό όμως που, σ’ αντίθεση με τον «λύκο», αποτελεί «άνθρωπο», δεν είναι παρά ο μετριοπαθής άνθρωπος του αστικού συμβιβασμού. Ο Χάρρυ βέβαια μπορεί να υποψιάζεται το δρόμο για τον αληθινό άνθρωπο, το δρόμο για την αθανασία, κι ίσως να έχει διανύσει διστακτικά ένα κομμάτι του, πληρώνοντάς το με ισχυρούς πόνους κι οδυνηρή απομόνωση, όμως φοβάται από τα τρίσβαθα της ψυχής του ν’ αποδεχτεί και να επιζητήσει εκείνη την υψηλή, την γνήσια απαίτηση του πνεύματος, τον εξανθρωπισμό, το μοναδικό στενό δρόμο προς την αθανασία. Και δεν έχει κι άδικο, γιατί αυτό θα του προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερους πόνους, θα τον οδηγούσε στον αφανισμό, στην τελευταία παραίτηση, μπορεί και στο ικρίωμα, κι αν τον δελεάζει η αθανασία, που θα έβρισκε στο τέλος αυτού του δρόμου, δεν είναι πρόθυμος να υποφέρει όλους αυτούς τους πόνους, να πεθάνει όλους αυτούς τους θανάτους για να την κατακτήσει. Παρόλο που έχει συνειδητοποιήσει, περισσότερο από έναν αστό, το σκοπό αυτού του εξανθρωπισμού, κλείνει τα μάτια και δεν θέλει να ξέρει πως η απελπισμένη προσκόλληση στο Εγώ, η απελπισμένη επιθυμία του να μην πεθάνει, είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για τον αιώνιο θάνατο, ενώ η επιλογή του θανάτου, το ξεγύμνωμα από το περίβλημα της εμπειρίας κι η αιώνια προσφορά του Εγώ, οδηγούν στην αθανασία. […]

Η αρχή των πραγμάτων δεν είναι ούτε η αθωότητα, ούτε η απλότητα κι όλα τα δημιουργήματα, ακόμα και τα φαινομενικά απλούστερα, είναι ήδη ένοχα, είναι ήδη πολύπλοκα, είναι πεταγμένα στο βρώμικο ρεύμα του γίγνεσθαι και δεν μπορούν ποτέ, μα ποτέ πια να κολυμπήσουν ενάντια στο ρεύμα αυτό. Ο δρόμος για την αθωότητα, για το αδημιούργητο, για το Θεό, δεν οδηγεί προς τα πίσω, αλλά προς τα μπροστά, όχι προς το λύκο (την φύση) ή προς το παιδί, αλλά πιο κοντά προς την αμαρτία, πιο βαθιά προς τον εξανθρωπισμό. Ακόμα κι η αυτοκτονία, φτωχέ μου Λύκε της Στέπας, δεν θα σ’ ωφελούσε. Θα πρέπει ν’ ακολουθήσεις το μακρύτερο, τον κουραστικότερο και τον δυσκολότερο δρόμο, τον δρόμο του εξανθρωπισμού, θα πρέπει να πολλαπλασιάσεις την διπλή του φύση, θα πρέπει να κάνεις ακόμα πιο πολύπλοκη την πολυπλοκότητά σου. Θα πρέπει, αντί να στενέψεις τον κόσμο σου και ν’ απλουστέψεις την ψυχή σου, να τον διευρύνεις και θα πρέπει τελικά να δεχτείς στην πονεμένη, διευρυμένη σου ψυχή ολόκληρο τον κόσμο για να φτάσεις ίσως κάποτε στο τέλος, στην ηρεμία. Αυτόν τον δρόμο ακολούθησε κι ο Βούδας και κάθε μεγάλος άνθρωπος, άλλος συνειδητά κι άλλος ασυνείδητα, όσο επέτρεπε τον καθένα η τόλμη του. Κάθε γέννηση σημαίνει κι έναν χωρισμό απ’ το σύμπαν, μια οριοθέτηση, έναν αποχωρισμό απ’ τον Θεό και μια οδυνηρή αναγέννηση. Η επιστροφή στο σύμπαν, η κατάργηση της οδυνηρής εξατομικεύσεως, η θεοποίηση επιτυγχάνεται μόνο όταν διευρύνεις τόσο την ψυχή σου, που να μπορέσεις ν’ αγκαλιάσεις ξανά το σύμπαν.

18/5/12

Ο Άρνο Μπρέκερ και η αρχαία Ελλάδα




Άρνο Μπρέκερ: ο μεγαλύτερος νεοκλασικιστής του 20ου αιώνα.

«Απόλλων και Δάφνη»

«Συντροφικότητα»

«Ο τραυματισμένος πολεμιστής»

«Προμηθέας»

«Φλόρα: η θεά της Άνοιξης»

«Η αναχώρηση του πολεμιστή»

Ο Άρνο Μπρέκερ σμίλεψε την προτομή του Ζαν Κοκτώ.

Σαλβαντόρ Νταλί, Ερνστ Φουξ και Άρνο Μπρέκερ: τρεις ιππότες του «Τάγματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου».

«Ο Μέγας Αλέξανδρος»

«Προκαθορισμός»

Δήμητρα Μεσσάλα: η γυναίκα του Άρνο Μπρέκερ.

«Ταπεινότητα»


Έκλεισαν στις 19 Ιουλίου, 110 χρόνια από την γέννηση του γλύπτη Άρνο Μπρέκερ, που εκπροσώπησε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, το πάντρεμα αρχαιοελληνικού και γερμανικού πολιτισμού που αποζητούσε η εθνικιστική Γερμανία του Μεσοπολέμου. Ενός καλλιτέχνη που έχει αναγνωρισθεί ως ένας από τους γίγαντες του νεοκλασικισμού του 20ου αιώνα και που το έργο του ανακαλύπτεται εκ νέου από ένα κοινό κουρασμένο από τις διάφορες μόδες της σύγχρονης Τέχνης.
O Άρνο Μπρέκερ γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου 1900, στο Έμπενφελντ, μια κωμόπόλη έξω από το Βούπερταλ, κοντά στο Ντύσελντροφ. Ο πατέρας του υπήρξε λιθοτόμος και γλύπτης, κοντά στον οποίο μαθήτευσε επί έξι χρόνια όταν τελείωσε το επαγγελματικό γυμνάσιο.

Διχασμένος ανάμεσα σε κλασικισμό και μοντερνισμό

Το 1920 σπουδάζει στην Κρατική Σχολή Καλών Τεχνών του Ντύσελντροφ, όπου έχει για δασκάλους τον Ουβέρτο Νέτζερ στην γλυπτική και τον Βίλχελμ Κράιζ, μαθητή του Χίλντερμπραντ, στην αρχιτεκτονική. Στην διάρκεια των πέντε χρόνων του στην Σχολή διχάζεται ανάμεσα στον κλασικισμό και τον μοντερνισμό. Θα αποφασίσει λοιπόν να συμφιλιώσει «τον κλασικισμό του Χίλντερμπαρντ και το πάθος του Ροντέν».
To 1924 πηγαίνει για πρώτη φορά στο Παρίσι, όπου γνωρίζει τον ποιητή Ζαν Κοκτώ, τον σκηνοθέτη Ζαν Ρενουάρ, τον Πικάσο και τον διάσημο γκαλερίστα και έμπορο τέχνης Άλφρεντ Φλεκτχάϊμ, που θα τον εκπροσωπούσε από το 1929 και μετά. Ο διχασμός των ακαδημαϊκών του χρόνων θα πάρει τέλος με το τεράστιο άγαλμα της Αυγής, που θα του αναθέσει ο Κράιζ και όπου έχει βρει την προσωπική του καλλιτεχνική γλώσσα.
Ο νεοκλασικισμός, η επίδραση δηλαδή από την αρχαία Ελλάδα, θα γίνει πιο έντονος κατά την πενταετή διαμονή του στο Παρίσι (1927-1932), όταν σπουδάσει δίπλα στον Σαρλ Ντεσπιώ και τον Αριστείδη Μαϊλιόλ. Ήταν εκείνη την περίοδο που θα γνώριζε την Ελληνίδα γυναίκα του, Δήμητρα Μεσσάλα, κόρη γνωστής οικογένειας εφοπλιστών που δούλευε ως μοντέλο για τον Πικάσο και τον Μαγιόλ. Όμως εκείνο που θα τον επηρεάσει καταλυτικά ήταν το ταξίδι του το 1932 στην εθνικιστική Ιταλία, όπου ανακαλύπτει την καινούργια μνημειώδη «αυτοκρατορική Τέχνη». Εκεί είναι που θα συναντήσει τον Ιωσήφ Γκαίμπελς, που θα τον συμβουλέψει να επιστρέψει στην Γερμανία, «όπου τον περιμένει μέλλον λαμπρό».
Δηλαδή, πολύ πριν το 1933, ο Μπρέκερ είχε ήδη ολοκληρώσει το νεοκλασικό του ιδεώδες, συνδυάζοντας επιρροές από την αρχαία Ελλάδα, αλλά και όσους παράπεμπαν σε αυτήν: την Ρώμη, την Αναγέννηση, τον γερμανικό Ρομαντισμό και τον Ροντέν.

Ο γλύπτης της Ομορφιάς και της Αρμονίας

Η τέχνη της περιόδου 1933 -1942, είχε αρχαιοελληνική θεματολογία, όπως αποδεικνύουν τα γλυπτά του «Διόνυσος», «Προμηθέας», «Ψυχή» και «Δάφνη και Χλόη» Κυρίως όμως ο Μπρέκερ έγινε διάσημος για τα γεμάτα Ηρωισμό και αρρενωπότητα ανδρικά γυμνά του. Για αυτά τα γυμνά προτιμούσε αθλητές για μοντέλα. Πίστευε ότι το ανθρώπινο σώμα ήταν το απόλυτο δημιούργημα του Θεού και ότι έφτανε στο αποκορύφωμα του με τον αθλητισμό.
Τα γυμνά του Μπρέκερ εκπροσωπούσαν την ανδρεία και την φυλετική αγνότητα της εθνικιστικής Γερμανίας. Έδειχναν τους άνδρες της Γερμανίας αρρενωπούς αλλά κυρίαρχους των εαυτών τους, γυμνούς αλλά αξιοπρεπείς, κτηνώδεις αλλά αγνούς. Αυτοί οι αγνοί άνδρες ζουν κοντά στην φύση και σε συνάρτηση με τους συντρόφους τους («Συντροφικότητα»), ενώ είναι πάντα έτοιμοι για την μάχη («Προετοιμασία») και το ηρωικό του πεπρωμένο τους («Προκαθορισμός»).
Τα γυμνά του Μπρέκερ αποπνέουν μια βαθιά πνευματικότητα και Νιτσεϊκή τραγικότητα όπως δείχνει ο «Πληγωμένος Πολεμιστής». Επίσης, η Τέχνη του Μπρέκερ εξυμνούσε τις φυσιολογικές σχέσεις ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα, όπως μπορούμε να δούμε στο «Απόλλων και Δάφνη» και το «Εσύ και Εγώ».

Επιστροφή στους Έλληνες

Πέρα από ιδεολογικές ταμπέλες, η Τέχνη του Μπρέκερ ανέδυε Ομορφιά και Αρμονία, που όπως έλεγε ο Νίτσε ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της Αρχαιοελληνικού Πολιτισμού. Ο ίδιος δήλωνε: «Είμαι ο γλύπτης του ανθρώπινου σώματος που ζει μέσα στην αρμονία της τριάδος σώματος, πνεύματος και ψυχής». Τα γλυπτά του ήταν μια επιστροφή στην εικονική τέχνη, που κυριάρχησε από την Αναγέννηση και μετά, ενώ ακολουθούσε τον ορισμό του Αριστοτέλη περί Τέχνης ως μίμηση της Φύσης. Ήταν δε, μια αντιπαράθεση στην σύγχρονη «Τέχνη» (κυβισμός, σουρεαλισμός κλπ) που κυριαρχείται από δυσαρμονία και ασχήμια και που σπάει την ενότητα του ανθρώπου με τον ζώντα κόσμο.
Επίσης ο Μπρέκερ αντιτίθετο στο ιδεολόγημα της «τέχνης για την τέχνη». Γι’ αυτό δημιουργούσε μια τέχνη ήταν κατανοητή από τον απλό λαό. Ήταν μια τέχνη που εκτίθετο δημόσια σε κτίρια, σε πάρκα και σιντριβάνια. Από αυτήν την άποψη, τα δύο κορυφαία έργα του ήταν ο «Ξιφομάχος» και ο «Λαμπαδοφόρος», δύο αγάλματα που στόλιζαν την νέα καγκελαρία που έκτισε ο Σπέερ και που ο Χίτλερ μετονόμασε αντίστοιχα σε «Βέρμαχτ» και «Το Κόμμα».
Αυτά ήταν τα πρώτα έργα που του ανατέθηκαν χάρις στην γνωριμία με τον Άλμπερτ Σπέερ, που μαζί σχεδίαζαν να ανοικοδομήσουν την Γερμανία με αρχιτεκτονικά αριστουργήματα.
Η εκτίμηση για τον Νεοκλασικισμό του Μπρέκερ ξεπερνούσε τα ιδεολογικά όρια της εποχής. Το 1937 στο γερμανικό περίπτερο της Παγκόσμιας Έκθεσης του Παρισιού γνωρίζει τον Στάλιν και εκείνος του ζητά να δημιουργεί και για αυτόν. Ο Μπρέκερ θα αρνηθεί ευγενικά. Το 1942 υπήρξε ο μόνος Γερμανός καλλιτέχνης που εξέθεσε τα έργα του στο κατεχόμενο Παρίσι. Όμως τα μέλη της Γαλλικής Αντιστάσεως επισκέπτονταν κρυφά την έκθεση του για να θαυμάσουν την αρχαιοπρεπή τέχνη του.

Ένας «απλός συνοδοιπόρος»

Με την πτώση του Βερολίνου, τα έργα του καταστρέφονται ή κατάσχονται από τους Αμερικανούς. Υπήρξε ένας από τους λίγους γλύπτες που δικάσθηκε την περίοδο της αποναζιστικοποίησης. Τελικά το 1948, γλυτώνει ως «απλός συνοδοιπόρος», πράγμα που του επιτρέπει να δουλεύει ξανά. Με το τέλος του πολέμου, ο Μπρέκερ δέχεται αμέσως προσκλήσεις από τον Φράνκο, τον Στάλιν και τον Περόν. Στην διάσημη συνέντευξη του στον Αντρέ Μύλλερ, θυμάται: «Όταν ο Στάλιν με κάλεσε, ήρθε ένας Αμερικανός στρατηγός του ΝΑΤΟ στην Βαυαρία για να με πάει προσωπικά στην Ρωσία. Αυτό δείχνει την εκτίμηση που είχαν οι Αμερικανοί σε μια τέτοια προσφορά».
Μεταπολεμικά, οι Ευρωπαίοι, με την πίεση των Συμμάχων, θα άνοιγαν τις πύλες τους στην αφηρημένη ζωγραφική του Τζάκσον Πόλλοκ και το σύνολο της ανεικονικής τέχνης. Την ίδια περίοδο, ο Μπρέκερ είχε δυσκολίες στο να βρει δουλειά. Έτσι στράφηκε στην αρχιτεκτονική και δούλευε κυρίως για μεγάλες εταιρείες. Θα έκανε όμως τις προτομές των φίλων του Ζαν Κοκτώ, Έζρα Πάουντ, Λουϊ Σελίν και Έρνστ Γιούνγκερ.

Η αποκατάσταση μιας ιδιοφυίας

Η δεκαετία του ’70 θα σήμανε την αποκατάσταση της καλλιτεχνικής ιδιοφυίας του Μπρέκερ. Από το 1970, ξένες κυβερνήσεις του ανέθεσαν κτίρια πρεσβειών και προτομές ηγετών, ενώ επίσης του ανατέθηκε η προτομή του αποθανόντα καγκελάριου Κόνραντ Αντενάουερ. Την ίδια περίοδο, ο Αλεξάντερ Κλαντέλ, ο πιο διάσημος γλύπτης της Αμερικής, δήλωνε: «Ο Άρνο Μπρέκερ είναι ο κορυφαίος ζων κλασικιστής καλλιτέχνης της εποχής μας». Ο φίλος του Σαλβατόρ Νταλί τον θεωρούσε ισάξιο του Μιχαήλ Άγγελου. Το 1974 ιδρύεται στην Βόννη το πρώτο ίδρυμα αφιερωμένο στο έργο του. Το 1979 χρίζεται Ιππότης του «Τάγματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου», που είχε ιδρυθεί το 1948 από τον Βασιλέα Παύλο. Την ίδια χρονιά, η κυβέρνηση Καραμανλή παραγγέλνει το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όμως όταν το 1982, το έργο ήταν έτοιμο, η κυβέρνηση Παπανδρέου θα αρνιόταν να το παραλάβει.
Το 1981, ακυρώνεται από αριστερά επεισόδια, η πρώτη μεταπολεμική αναδρομική έκθεση του στο Παρίσι. Τελικά θα γίνει στο Βερολίνο μέσα στο ίδιο κλίμα. Όμως το 1983, ο Ζαν Κλαιρ, διευθυντής του «Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Ζωρζ Πομπιντού» θα αντιπαρέθετε τον Μπρέκερ στην «ισοπέδωση, την μονοτονία και την ομοιογένεια» της σύγχρονης τέχνης της δεκαετίας του ‘60 και του ‘70. Θα ακολουθήσει το 1985, η ίδρυση του «Μουσείου Άρνο Μπρέκερ» στο Νόρβενιτς, κοντά στην Κολωνία. Την ίδια χρονιά, οι λιθογραφίες του Άρνο Μπρέκερ θα διακοσμούν την επίσημη έκδοση του «Αμερικανογερμανικού Συνδέσμου» για τα 300 χρόνια γερμανικής μετανάστευσης στις ΗΠΑ που θα περιλαμβάνει κείμενα των Ρόναλντ Ρήγκαν, Χέλμουτ Κολ και Τζωρτζ Μπους. Τέλος τον θάνατό του το 1991, θα ακολουθήσουν πολλές εκθέσεις και εκδόσεις για το έργο του.
Μήπως ήρθε ο καιρός να αποκατασταθεί αυτός ο μεγάλος καλλιτέχνης και στην χώρα που τον ενέπνευσε;

-Γιώργος Πισσαλίδης-






EMPEROR OF THE SUN








I am the king, I am the leader of battle and war

I am the legion, I am the bringer of light
I am the torch, I am the love, I am your sin
Come to me, kneel down for me one more time

I am the Emperor of the Sun, I am the first and the last
I am the New World Order to come, I am the first and the last
My kingdom's rising, your world is dying within the blink of an eye
I am the Emperor of the Sun, I am the only one

I am the king, I am the leader of heaven and earth
I am the warfare, I am the bringer of hate
I am the knife, I am the sword, I am your sin
Come to me, kneel down for me one more time

I am the Emperor of the Sun, I am the first and the last
I am the New World Order to come, I am the first and the last
My kingdom's rising, your world is dying within the blink of an eye
I am the Emperor of the Sun, I am the only one

I am the king, I am the leader of heaven and hell
I am the savior, I am the bringer of death
I am divine, I am the fire, I am your god
Come to me, kneel down for me one more time

I am the Emperor of the Sun, I am the first and the last
I am the New World Order to come, I am the first and the last
My kingdom's rising, your world is dying within the blink of an eye
I am the Emperor of the Sun, I am the only one

I am the Emperor of the Sun

I am the Emperor of the Sun

I am the Emperor of the Sun

I am the only one






12/4/12

Η ΗΡΩΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ



Η ηρωική αντίληψις της Ζωής αναχωρεί από την αρχήν, ότι η Ζωή είν’ ένας διαρκής αγών, μία αδιάκοπος, χωρίς τέρμα και χωρίς σταμάτημα, μάχη εναντίον της φύσεως, εναντίον των άλλων ανθρώπων, εναντίον του εαυτού μας. Επομένως και ο άνθρωπος, κάθε γενεάς, αποτελεί μίαν συνεχή  μ ε τ ά β α σ ι ν  προς κάτι άλλο, προς κάτι ανώτερον. Όχι προς ένα διαφορετικόν είδος οργανικού όντος (τον υπεράνθρωπον π.χ. του Nietzsche), αλλά προς το να γίνη φορεύς μιας ανωτέρας, δηλαδή εντονωτέρας και πλουσιωτέρας μορφής της Ζωής. Έτσι κάθε άνθρωπος αξιόλο­γος είν’ ένας  πρόδρομος,  που αντλεί το νόημα της υπάρ­ξεώς του όχι από το παρελθόν ούτ’ από το παρόν, αλλ’ από το μέλλον και μόνον. Το παρελθόν ως παρελθόν το αγνοεί, προς το παρόν ευρίσκεται εις πόλεμον συνεχή. Όχι μόνον προς εκείνο το παρόν, το οποίον δεν είν’ εις την ουσίαν του παρά επιβίωσις του παρελθόντος, ή μάλλον διατήρησις του σώματος αυτού οφειλομέν’ εις την δειλίαν ή την νωθρότητα των συγχρόνων ανθ­ρώπων· ο ηρωικός άνθρωπος μάχεται και προς το γνήσιον πα­ρόν, το παρόν που ζη γύρω του και ζη μέσα του.
Και εδώ ακριβώς κείται η  τ ρ α γ ι κ ό τ η ς  του ηρωικού ανθρώπου.Ριζωμένος είναι βαθύτατα εις το παρελθόν, τού οποίου είναι το εκλεκτότερον κάρπισμα· μέσα του συμπυκνώνει εις μοναδικόν βαθμόν εντάσεως το παρόν – και όμως αρνείται το παρόν και το μάχετ’ εν ονόματι του μέλλοντος, το οποίον ζη ο ίδιος προληπτικώς μόνον ως πραγματικότητα μέσα του. Και το μάχεται με τα όπλα και την ρώμην της ψυχής του, που είναι του παρόντος όπλα και ρώμη, το οποίον κατ’ αυτόν τον τρόπον χρη­σιμοποιεί ταυτοχρόνως και καταπολεμεί. Έτσι τοποθετεί ο ίδιος τον εαυτόν του, εκλέγων ούτως ειπείν το επικινδυνότερον σημείον, μέσα εις την ορμήν και την οργήν παντοδαπών συγκρούσεων.  Συγκρούσεων προς τούς συγχρόνους του, οι οποίοι τον μισούν, διότι μισούν το μέλλον εις το πρόσωπόν του. Συγ­κρούσεων προς τον ίδιον τον εαυτόν του, μιας πάλης μεταξύ της πραγματικότητάς του, που ανήκει εις το παρόν, και των δυ­νατοτήτων του, που ανήκουν εις το μέλλον, που ε ί ν α ι το μέλλον, που θα τας πολεμήση και πάλιν εν ονόματι άλλων δυνα­τοτήτων από την στιγμήν που θα γίνουν πραγματικότης. Κατ’ αυτόν τον τρόπον ζη  τ α υ τ ο χ ρ ό ν ω ς  ο ηρωικός άνθρωπος τον μεγαλύτερόν του πόνον και την μεγαλυτέραν του ελπίδαΖη την συντριβήν και τον πόνον του, αλλά ζη μαζί και την ηθικήν αναγκαιότητα του πόνου και του χαμού του. Κάτι περισ­σότερον: Ερωτεύεται την συντριβήν του, την χαίρετ’ εκ των προτέρων, αντλεί την ιλαρωτέραν του ακριβώς παρηγορίαν από την συντριβήν του.
Αισθάνεται πως είναι διαλεγμένος από την Μοίραν ως αγωνιστής και ως μάρτυς – περισσότερον ως μάρτυς, αφού την επιτυχίαν δεν την μετρεί με αποτελέσματ’ άμεσα, με αριθμούς και μεγέθη, δεν την μετρεί καν διόλου.

Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθε­λουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ’ άστροπελέκια, διά να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Αλ­λά θα το κάνη όχι από πνεύμ’ αλτρουισμού και εθελοθυσίας υπέρ των άλλων. Εις την ετοιμότητα του κινδύνου τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η  α ι σ θ η τ ι κ ή,  θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότ’ είναι  π ρ ο ν ό μ ι ο ν  των εκλε­κτών (όχι καθήκον ή πράξις φιλανθρωπίας) να συντρίβωνται  υ π έ ρ  των άλλων,  υ π ό  των άλλων – το πολυτιμότερον προνό­μιον! 

Ο ηρωικός άνθρωπος δεν είναι το άνθος, δεν είν’ ο καρπός – αυτά αντιπροσωπεύουν το παρόν και του παρόντος την ανεπιφύλακτον χαράν. Είναι ο σπόρος που θα ταφή και θα σαπίση, διά ν’ αναφανή το άνθισμα και το κάρπισμα. Είν’ εκείνος που θάπτεται διά να εορτασθή η  α ν ά σ τ α σ ι ς,  και ανάστασις χωρίς ταφήν δεν υπάρχει. Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν δείχνεται εις την συντριβήν του μόνον, ή και εις την ετοιμότητα έστω προς συντριβήν. Ειδε­μή, η ηρωική αντίληψις θα ήτο ιδεώδες θανάτου μόνον όχι μορφή ζωής -και τι ζωής! 
Ο ηρωικός άνθρωπος και μόνος αυ­τός ζη  έ ν τ ο να  και  π λ ο ύ σ ι α  ολόκληρον την ζωήν. Αλ­λά το να ζήση έντονα δεν σημαίνει δι’ αυτόν ό,τι συνήθως νοού­μεν με την έκφρασιν αυτήν: να δοκιμάζη άφθονα και δυνατά τας απολαύσεις και τας ηδονάς της Ζωής.Δεν τας αγνοεί βέβαια τας απολαύσεις της Ζωής ο ηρωικός άνθρωπος αλλά τας δοκιμάζει τόσον, όσον χρειάζεται να τας ξεπεράση, τας γνωρίζει τόσον, ώστε να εννοή, ότι κατά βά­θος παραλύουν μάλλον την δύναμιν του ανθρώπου, και ας τού χαρίζουν την ψευδαισθησίαν της εντατικότητος και της πλησμο­νής. Έπειτα, τας απολαύσεις αναζητεί εκείνος που ζητεί να πάρη από την Ζωήν, όχι εκείνος που έχει να της δώση – και σε πλουτίζει όχι το να παίρνης αλλά το να  δ ί δ η ς. 
Η έντονος αυτή ζωή είναι κατ’ ανάγκην  π ο λ υ μ ε ­ρ ή ς,  τόσον πολυμερής, ώστε να την ευρίσκουν πολυπράγμονα όσοι μετρούν τον πλούτον των εκλεκτών φύσεων με την πενίαν της ιδικής των, όσους δεν αφήνει ο φθόνος ν’ αναγνωρίσουν εις ένα σύγχρονόν των τον όλβον των αγαθών, που δεν έχουν εκεί­νοι. Ο ηρωικός άνθρωπος χαίρεται πολλάς μορφάς ζωής συγ­χρόνως, και τας χαίρεται όχι εξωτερικώς, σαν αισθητικόν θέαμα ή διά να ικανοποιήση την περιέργειάν του.  Μ έ σ α  τ ο υ  ζη όλας αυτάς τας μορφάς της Ζωής, τας αφομοιώνει μέσα του και τας αποδίδει με τον  προσωπικόν  του τρόπον. Η ψυχή του ομοιάζει μ’ ένα έδαφος λιπαρόν και βαθύ, εις το οποίον κάθε σπόρος άνετα θ’ ανθοβολήση και θα καρπίση. Έτσι μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνη τον εαυτόν του. Ζη ταυτοχρόνως με πολλούς, όπως ο τραγικός ποιητής ο μεγαλοφυής, που ζη μέσ’ απ’ όλα του τα πρόσωπα, και όμως παραμένει ο ίδιος και ως ύπαρξις και ως διάνοια. Και δεν ζη μόνον πολλάς μορφάς Ζωής· συγκλονισμούς συγκλονίζεται πολλούς, συντριμμούς συντρίβε­ται πολλούς, μυρίους θανάτους αποθνήσκει. 
Αλλ’ η πολυμέρεια αυτή δεν σημαίνει και  δ ι ά σ π α σ ι ν,  απώλειαν έρματος ατομικού, διάχυσιν και θόλωμα του πυρήνας της προσωπικότητας – αυτό συμβαίνει στους πολλούς, όταν ποτέ θελήσουν να είναι πολυμερείς. Διά τον ηρωικόν άνθρωπον η πολυμέρεια δεν αίρει τη συγκέντρωση· τη καθιστά ισχυρο­τέρα, την  α π ο δ ε ι κ ν ύ ε ι  ισχυροτέραν. Δεν θα ήτον ηρωικός άνθρωπος, αν δεν ήτο μία δυνατή προσωπικότης, και δυνατή προσωπικότης σημαίνει ισχυρόν κεντρικόν εγώ, που να συγκρατή τας ψυχικάς περιπετείας και τα εξωτερικά περι­στατικά, τα πετάγματα και τα ενδιαφέροντα εις μίαν σφικτο­δεμένην ενότητα όχι μόνον χρονικής διαδοχής, αλλά συνο­χής λογικής, αναγκαιότητος ηθικής. Η πολυμέρεια του ηρωικού ανθρώπου παρέχει πολλάκις την εντύπωσιν  αντιφατικότητος.  Είναι τόσον πλουσία η προσωπικότης του, ώστε το καθένα της μέρος, η καθεμία της πλευρά, θα ημπορούσε ν’ αποτελή (και αποτελεί διά τους πολ­λούς) έναν αυτόνομον κόσμον, διαφορετικόν από τον κόσμον που θα ημπορούσε ν’ αποδώση μία άλλη πλευρά του. Είναι λοι­πόν ν’ άπορής πώς οι πολλοί τας ευρίσκουν ασυμβιβάστους; Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν ομοιάζει με τους καλούς και φρονίμους αμαξάδες, οι οποίοι οδηγούν το αμαξάκι των «βραδέως αλλ’ ασφαλώς» από τους δρόμους τους στρωτούς και τους ήσύχους προς το τέρμα, που άλλοι καθώρισαν. Με τον ηνίοχον ομοιάζει, που κυβερνά τέσσαρα, οκτώ ίσως θυμοειδή άλογα – και το καθένα των σπεύδει ασυγκράτητον προς αυτοβούλους κατευθύνσεις. Τα κυβερνά με δυνατό χέρι, χωρίς όμως και να εξουδετερώνη εκείνων την ορμητικότητα και την επαναστατι­κότητα. Ειδεμή, τί θέλγητρον θα είχε δι’ αυτόν η ηνιοχεία; Το «βραδέως αλλ’ ασφαλώς» δεν το ξέρει· λογαριάζει και τας πτώ­σεις, διότι μόνον όπου υπάρχουν πτώσεις δίδετ’ ευκαιρία και ανυψώσεων. Πράγματι ο  π ό λ ε μ ο ς  κι ο  κ ί ν δ υ ν ο ς  είναι το στοιχείον του, η απαραίτητος τροφή του. Ο πόλεμος λέγω και η νίκη, όχ’ η  ε π ι τ υ χ ί α.  Η επιτυχία δεν είναι πάντοτε νίκη· είναι νίκη εξωτερική, εξωτερικός πλουτισμός εις επιτεύγματα και κέρδη – να σαν τα ρεκόρ συγχρόνου αθλητού, που μετρούνται με δευτερόλεπτα και υφεκατοστόμετρα. Αλλ’ ο ηρωικός ζητεί την νίκην εκείνου που χαίρεται το ότι επολέμησε, το ότι εκινδύνευσε, το ότι αντέστη την νίκην ως ευκαιρίαν μόνον να ζήση έντόνους και αγωνιώδεις στιγμάς. Και παρομοία νίκη συνυπάρχει κάλλιστα με την αποτυχίαν εις τους αντικειμενικούς σκοπούς, καθώς η αποτυχία των τριακοσίων εις τας Θερμοπύλας…
Άλλωστε γενικώς η επιτυχία είναι διά τον ηρωικόν άνθρω­πον μία λέξις, μία πραγματικότης ίσως -όχι  α ξ ί α.  Δεν την ξέρει, ούτε τον ξέρει εκείνη. Αν επίστευεν ολιγώτερον εις τον εαυτόν του, θα ήτο δι’ αυτό απογοητευμένος. Αν επίστευεν ολι­γώτερον εις της Μοίρας την σοφίαν, θα ήτο απαισιόδοξος. Αλλ’ επιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοπού, που ευρίσκετ’ έξω μας, κι εκείνος έχει  μ έ σ α  τ ο υ  τον σκοπόν και το νόημα της υπάρξεώς του. Απέναντι αυτού τίποτε δεν μετρεί, ούτ’ ή ζωή του ούτ’ η ευτυχία του. Και τί μεγαλύτερον θα ημπορούσεν η επιτυχία να τού προσφέρη; 
Έπειτα η επιτυχία σημαίνει φρόνησιν, και η φρόνησις είναι προσαρμογή της ψυχής προς τα πράγματα,  κ α τ α β ι­ β α σ μ ό ς  δηλαδή και ολιγάρκειά της, διά να συμμορφωθή προς την καθημερινότητα του εξωτερικού κόσμου. Ενώ η σοφία και η αποστολή του ηρωικού είναι ν’  α ν α β ι β ά σ η  τα πράγματα προς την ψυχήν του, να τα γεμίση με νόημα τόσον, ώστε να γίνουν αντάξιά του. Δι’ αυτό παρέχει την εντύπωσιν άφρονος κι  ε ί ν α ι  άφρων. Έχει την αφροσύνην του παιδιού, που στερείται την πολυύμνητον αυτήν πείραν της πραγματικότητας, η οποία είναι κατά βάθος όκνος και ολιγοπιστία. Ενώ το παιδί είναι παιδί, ακριβώς διότι πιστεύει, διότ’ ημπορεί ακόμη να πιστεύη, ανεπιφύλακτα.

Ο ηρωικός άνθρω­πος είν’ ο αιωνίως νέος – τι να την κάνη την φρόνησιν; Είναι διά τους πεζούς και τους νοικοκυραίους, που βαδίζουν ήσυ­χα και ομαλά τον δρόμον της ζωής των. Εκείνος όμως δεν βα­δίζει· χορεύει. Αυτός είν’ ο λόγος που θεωρείται και είναι άνθρωπος  α β ο ή θ η τ ο ς  εις την συνήθη πρακτικήν ζωήν. Και ένας άλλος λόγος: δεν έχει τη φρόνησιν να  δ υ σ π ι σ τ ή  προς τους γύ­ρω του. Να δυσπιστή προς τί; Διά ν’ αποφύγη κινδύνους; Μα αυτούς είναι ακριβώς, που αναζητεί η ψυχή του. Τούς αναλαμβάνει όχι από επαγγελματικήν συνήθειαν η από βιοπορι­στικόν καταναγκασμόν -οι ακροβάται και οι θηριοδαμασταί θα ήσαν τότε οι ηρωικώτεροι των ανθρώπων- αλλ’ ως εσωτερικήν προσταγήν της μοίρας του, ως το ιερώτερον δικαίωμα που τού δημιουργεί η υπεροχή του. Οι πολλοί καμαρώνουν δι’ όσους κινδύνους απέφυγαν, όχι δι’ όσους υπεβλήθησαν· περιγράφουν τας επιτυχίας, που επραγματοποίησαν, και υπερηφανεύονται διά την εξυπνάδα των. Αλλά διά τον ηρωικόν άνθρωπον, το εί­δαμεν: η επιτυχία δεν αποτελεί ούτε κριτήριον ούτε ιδεώδες· ιδεώδες του και κριτήριον: να ζήση δυνατός και ωραίος. Και είναι γενναιότερον και ωραιότερον ν’ αδικηθής παρά ν’ αδικήσης, να εξαπατηθής παρά να εξαπατήσης. Άλλωστε προς τί να εξαπατήση; Εξαπατούν οι ετεροκεν­τρικοί, αυτοί που ασχολούνται διαρκώς με τους άλλους, διά να τούς αντιγράφουν ή να τούς φθονούν ή και τα δύο μαζί. Απασχολούνται κατ’ ανάγκην, αφού δεν είναι τόσον πλούσιον το εγώ των, ώστε να τούς απασχολή εκείνο έντονα και ικανοποιητι­κά. Ο ηρωικός όμως αποτελεί ο ίδιος  κ έ ν τ ρ ο ν  τ ο υ  ε α υ ­τ ο ύ  τ ο υ,  ελεύθερος εις την απομόνωσίν του, αριστοκρατικός με την απόστασιν εις την οποίαν κρατεί τούς άλλους, απτόητος με το θάρρος της προσωπικής του γνώμης και της προσωπικής του ευθύνης, υπερήφανος μέσα εις το άβατον τέμενος της μο­ναξιάς του. Δι’ αυτό δεν καταδέχεται να φθονή, μήτε να παρα­βγαίνη με τούς άλλους· δεν χρειάζεται να βεβαιώνη εις τον εαυτόν του μ’ αυτό το μέσον, με την εξωτερικήν αναγνώρισίν του δηλαδή, την υπεροχήν του.
Πουθενά δεν φαίνεται περισσότερον η  υ π ε ρ η φ ά ν ­ε ι α  του ηρωικού ανθρώπου, παρά εις τον τρόπον που δι­εξάγει τους λεγομένους αγώνας ιδεών. Δεν αποβλέπει ποτέ εις το να νικήση. Τι θα ειπή να νικήση; Να δεχθούν τας απόψεις του; Συμφορά! Ο ίδιος ξέρει τι τού εστοίχισεν ως που να κατα­λήξη εις αυτάς, τι  τ ό λ μ η  εχρειάσθη – sapere aude, λέγει ο αρχαίος ποιητής – τι εσωτερικήν  ω ρ ί μ α ν σ ι ν  προϋποθέτει. Έτσι, ανησυχεί μάλλον παρά ποθεί εκείνον, που θα τας δεχθή κατ’ επιταγήν ή ως προϊόν μιας συντόμου συζητήσεως.
Διά ν’ αποκτήση μήπως  ο π α δ ο ύ ς;  Είν’ αληθές, ότι πολλοί αισθάνονται την ανάγκην να κάνουν προπαγάνδαν διά τας ιδέας των, σαν να φοβούνται, ότι δεν θα είναι ορθαί, αν δεν τας ανεγνώριζαν και άλλοι, κατά το δυνατόν πολυαριθμότεροι. Αλλ’ εκείνος γνωρίζει, ότι σημασίαν δεν έχει το περιεχόμε­νον των ιδεών ενός ανθρώπου, αλλ’ η ψυχική δύναμις με την οποίαν τας κατέκτησε και τας κατέχει. Όχι το  τ ι  πιστεύεις, αλλά το  π ώ ς  πιστεύεις ό,τι πιστεύεις. Ότι τας θεμελιώδεις, τας ζωτικάς πεποιθήσεις σού ρυθμίζει κατά βάθος η μοίρα σου, όχι τανάπαλιν. Και η μοίρα σου είναι κάτι απολύτως προσωπι­κόν· δεν ημπορείς μήτε να το δανεισθής, μήτε να το δανείσης. Έπειτα τι σημαίνει διά τον ηρωικόν άνθρωπον ο αριθμός; Εκείνος θέλει, και ως πνευματικός άνθρωπος ακόμη, να εργάζεται, όχι να συνεργάζεται· είναι ανδρικώτερον…
Έτσι κι όταν υπερασπίζη τας απόψεις του, δεν το κάνει διά να τας επιβάλη· αλλά διά να μείνη όποιος είναι. Και ακρι­βώς το να είναι οποίος είναι, αποτελεί εις τα μάτια των άλλων πολλάκις, αυτό και μόνον, πολεμικήν. Η ύπαρξίς του και μόνη εξεγείρει το μίσος· αρκεί να περιγράφη απλώς πώς είναι, και προκαλεί αντιπάθειαν· τόσον μεγάλον μέρος από το μέλλον αντιπροσωπεύει! Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν, και είν’ ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι, οι πολλοί το φοβούνται, και ο φόβος των παίρνει πολλάκις την μορφήν αντιπαθείας.
Κι όμως σπείρει άφθονα τα γεννήματα του νου του. Τα σπείρει, διότι δεν ημπορεί να κάνη διαφορετικά· όπως το δέν­τρον που τινάζει τούς καρπούς του σαν ωριμάσουν, είτ’ ευρί­σκοντ’ αποκάτω είτε όχι αυτοί που θα τούς είναι χρήσιμοι. Έ­τσι κι ο ηρωικός άνθρωπος: διδάσκει, παρασυρόμενος από την πίστιν του· ομιλεί περί αυτής, υποκύπτων εις την εσωτερικήν ορμήν ν’ ανακοινώση -όχι ν’ ανακοινώση·  ν α  τ ρ α γ ο υ δ ή σ η  μάλλον, την χαράν του και τους θησαυρούς του- να φωνάξη την αγάπην του, και διαβεβαιώνει κάθε φοράν το αγαπημένον του πρόσωπον πόσον τ’ αγαπά, όχι διά να το πείση ούτε διότι φαν­τάζεται πως αμφιβάλλει, αλλά μόνον διότι ευχαριστείται ο ίδιος κάθε φοράν να τ’ ακούη. Έτσι και ο ηρωικός άνθρωπος: είτε προφορικώς αναπτύσσει προς ένα κοινόν, είτε γράφει, κατά βάθος είν’ ο ίδιος ακροατής και αναγνώστης του εαυτού του. Ομιλεί ενώπιον των άλλων, διά ν’ ακούση ο ίδιος την φωνήν του δυνατώτερα, διαυγέστερα, συνειδητότερα.
Υπερήφανος είναι, όχι εγωιστής. Δι’ αυτό σπαταλά τον εαυτόν του. Η ευτυχία του είναι  ν α   δ α π α ν ά,  ακριβέστε­ρον ακόμη:  ν α   δ α π α ν ά τ α ι.  Ανεξάντλητος όπως είναι, δεν ξέρει αριθμητικήν. Είναι τόσον πλούσιος, ώστε θ’ αναπλη­ρώση εύκολα (το ξέρει) κάθε ζημίαν· προς τι λοιπόν να την υπο­λογίζη; Υπολογίζει ο πτωχός· ο πλούσιος κλείνει τα μάτια, απλώνει το χέρι, και σκορπά… Όσα και να σκορπίση, πάντοτ’ εκ του περισσεύματος θα είναι. Εκ του περισσεύματος αντλεί κι η μεγαλοδωρία του ηρωικού ανθρώπου. Αφρόντιστα και αδίστακτα σπαταλά τα πλούτη του, την δραστηριότητά του, την υγείαν του, την ρωμαλεότητα της ψυχής και του νου του. Σκορπά την αγάπην του χωρίς ανταλλάγματα, έτοιμος να πληρώση εκείνους που θα θελήσουν να την δεχθούν. Σκορπά τας συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς και την φλόγα, τα κάλλη και τα ρίγη της ψυχής του και είναι τόσον πολλά τα πολύτιμ’ αυτά πετράδια, ώστε ο πτωχός και ο κακός υποπτεύουν πως θα πρέπει κίβδηλα να είναι· ειδεμή, θα τα εμοίραζεν έτσι, τόσον αμέριμνα, τόσον αλύπητα; 

Σκορπά του νου του τα γεννήματα, που είναι δι’ αυτόν βιώματα ψυχής, χωρίς να κατοχυρώνη συγγραφικώς την πατρότητά των, να έτσι σαν τον ήλιον που ακτινοβολεί παντού το φως του. Κι ο ήλιος δεν έχει μετρητήν του φωτός· έχουν αι ηλεκτρικαί εταιρείαι μόνον. Και είν’ η χαρά του να σκορπά: όλα τ’ αγαθά της γης τα εκτιμά όχι ως  κ τ ή μ α τ α,  αλλ’ ως  χ ρ ή μ α τ α  (με την αρχαίαν σημασίαν της λέξεως εκ του χρώμαι), ως δαπανήματα δηλαδή. Ή μάλλον πιστεύει πως αγαθά δεν είναι·  γ ί ν ο ν τ α ι  αγαθά, αφ’ ης στιγμής και εφ’ όσον δαπανώνται. Εις την εργασίαν  καθυποβάλλεται με ανεπιφύλακτον προ­θυμίαν. Την δέχεται αυτονόητα και χαρωπά, αφού είναι κάτι βαρύ και δύσκολον, αφού ζωή σημαίνει δι’ αυτόν δράσις και κά­ματος. Εργάζεται από την επιθυμίαν να χρησιμοποιή τας δυνά­μεις του σώματος και της ψυχής εις έργα δύσκολα, εργάζετ’ αισθητικώς, καθώς ένας αθλητής.
Το ίδιον και εις την πνευματικήν του εργασίαν: Δεν μελετά διά να γράψη ένα βιβλίον – η σκέψις είναι δι’ αυτόν κάτι που το ζη, όχι κάτι που το γράφει – ή διά να επιτύχη εν αξίωμα. Μέσα του θέλει να πλουτίση, να πλουτίση ακόμη με την χαράν που δί­δει ένα δύσκολον ζήτημα. Προχείρως έτσι σκορπά ένα πλήθος προσωπικών στοχασμών (προσωπικών και όταν έχη απ’ άλλους λάβει την αφετηρίαν της σκέψεως), που ένας άλλος θα επροφύ­λασσε ζηλοτύπως. Μα ο ηρωικός άνθρωπος αγνοεί την ζηλοτυ­πίαν. Κι είναι φυσικόν· αφού διατηρεί ζωντανά και καθαρά τα χαρίσματα του γνησίου αριστοκράτου:την μοναξιά του, το αίσθημα της ανεπιμειξίας, το θάρρος και την ικανότητα προς πε­ριφρόνησιν, τας μακροχρονίους αφοσιώσεις, την αρχοντικήν μεγαλοδωρίαν. Προ παντός το αίσθημα της προσωπικής τιμής, ενώπιον της οποίας όλα τ’ άλλα, πλούτος και μόρφωσις, εξουσία και υγεία, είν’ ένα μηδέν. Η ζωή ενός ανθρώπου, καθώς αυτού που περιέγραψα, δεν ημπορεί παρά να είναι  σύντομος. Σύντομος όχι πάντοτε με την κοινήν σημασίαν· ημπορεί κάποτε να ζήση και πολλά χρό­νια, αλλά πάντα θα είν’ ολίγα, σχετικώς με την πλησμονήν της ζωτικότητός του. Άλλωστ’ η ηλικία είναι κάτι σχετικόν· δεν μετρείται πάντως με την διάρκειαν, με το περιεχόμενόν της μετρείται. Είν’ έννοια ηθική, όχι αστρονομική. Συνήθως όμως είναι σύντομος και υπό την συνήθη χρήσιν της λέξεως. Σύντομος, διότι ο ηρωικός άνθρωπος περνά ολόκληρον την ζωήν του εις το πολυκίνδυνον μέτωπον του πολέμου. Σύντομος διότι πάντοτε είναι, από την μοίραν του και μόνην οδηγούμενος, ε ρ α σ ι θ ά ν α τ ο ς.
Βαδίζει προς τον θάνατον όχι διά ν’ αναπαυθή, όχι διότι εβαρέθηκε την ζωήν, όχι διότι εδειλίασεν ενώπιον αυτής, όχι από μαρασμόν και εξάντλησιν των δυνάμεών του. Ο ηρωικός άνθρωπος δεν  υ φ ί σ τ α τ α ι  τον θάνατον. Δι’ αυτόν και ο θάνατος ακόμη δεν είναι  π ά σ χ ε ι ν,  είναι  π ρ ά τ τ ε ι ν.  Είναι η τελευταία πράξις, με την οποίαν επισφραγίζει όλας του τας άλλας πράξεις. Τούς δίδει αυτή το νόημα· διότι και η Ζωή όλη είναι μία διαρκής αρχή, και η αρχή το νόημά της αντλεί από το τέλος, του οποίου είν’ η αρχή. Και είναι το τέλος ο θάνατος, αλλά και η τελείωσις. Αλλ’ ο πληθωρισμός της ζωής είναι τόσος μέσα του, ώστε και ο θάνατός του δεν είν’ εκμηδένισις πλέον. Μεστώνει από περιεχόμενον, από ηθικήν αναγκαιότητα, πλημμυρίζει από την χαράν και την ωραιότητα μιας τελευταίας νίκης – παρόμοια με τον ήλιον, ο οποίος, κλίνων προς την δύσιν, ενδύεται την πορ­φυράν του μεγαλοπρέπειαν.
Αν θα είν’ εκούσιος ο θάνατος ή ακούσιος, δεν έχει σημα­σίαν. Διά τον ηρωικόν άνθρωπον ο θάνατος είναι πάντοτ’  ε ­κ ο ύ σ ι ο ς, αφού ο δρόμος, που συνειδητά εδιάλεξε και βαδί­ζει, μοιραίως και αναγκαίως οδηγεί προς τα εκεί. Άλλωστε δια­λέγει συνήθως ο ίδιος τον θάνατόν του και την ώραν του, με την εσώψυχον πίστιν ότι δικαίωμά του απόλυτον είναι: Αν θέλης να γεννηθής και πότε θέλεις να γεννηθής, δεν εξαρτάτ’ από την συγκατάθεσίν σου· το να φύγης όμως από την Ζωήν και πότε να φύγης, αυτό αφήκεν ο Θεός εις την ιδικήν σου, την υπεύθυνον διαγνώμην. Και είναι βαρεία και δύσκολος αυτή η ευθύνη – διά τούτο και η ορμή προς αυτοσυντηρησίαν είναι τόσον ισχυρά.
Αλλ’ εκούσιος ή ακούσιος ο θάνατος του ήρωος, είναι πάντοτε μία έκρηξις ηφαιστείου. Να έτσι εξαφνικά σπα το δο­χείον της ζωής του, συντρίβεται και συντρίβει όλα γύρω του, φλέγεται και φλέγει, φωτίζεται και φωτίζει – και τρομάζουν οι δειλοί και ταπεινοί και φθονεροί. Οργή Κυρίου…


Ιωάννης Συκουτρής